διάμειψις

διάμειψις [pron. full] [ᾰ], εως, ,
A exchange of prisoners, Plu.Fab.7; of arms, Id.Pyrrh.17.
II change,

τῆς μορφῆς Iamb.Myst.7.3

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάμειψις — exchange fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμείψεις — διάμειψις exchange fem nom/voc pl (attic epic) διάμειψις exchange fem nom/acc pl (attic) διαμείβω exchange aor subj act 2nd sg (epic) διαμείβω exchange fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμείψεσιν — διάμειψις exchange fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάμειψιν — διάμειψις exchange fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάμειψη — και διαμοιβή, η (Α διάμειψις, εως και διαμοιβή) [διαμείβομαι / διαμείβω] ανταλλαγή νεοελλ. φρ. «διάμειψις τῆς ὕλης» παλαιότερος όρος για τον μεταβολισμό …   Dictionary of Greek

  • διαμείψεως — διαμείψεω̆ς , διάμειψις exchange fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.